Οθωμανική περίοδος

Το Πιτυός επί Τουρκοκρατίας – η πρώτη Οθωμανική περίοδος

Το αβάσταχτο καθεστώς της Γενουοκρατίας και η επικράτηση των «ανθενωτικών» στους κόλπους της Ορθόδοξης εκκλησίας, θα οδηγήσει στην αναίμακτη παράδοση της Χίου στους Οθωμανούς, οι οποίοι έξυπνα πράττοντας θα ακολουθήσουν αρχικά μια πολιτική διευρυμένης θρησκευτικής ανεκτικότητας και παραχώρησης σημαντικών προνομίων τοπικής αυτοδιοίκησης.

Όλα τα κάστρα της Χίου, μαζί και το Πιτυός, μετά την υποχώρηση των Σταυροφόρων, την οριστική διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την επέκταση των Οθωμανών στην Βαλκανική, θα πάψουν να παίζουν τον ρόλο που είχαν επί Γενουοκρατίας. Παραμένουν φυσικά, στρατιωτικά και διοικητικά κέντρα. Όμως σε αντίθεση με την εποχή της αποικιακής Μαόνας, όλα σχεδόν τα προϊόντα πλην της μαστίχας, αποκτούν καθεστώς ελεύθερου εμπορίου και διακίνησης, με σκοπό την αύξηση για τα κρατικά έσοδα από τη φορολόγηση τους φυσικά, ενώ η επικράτηση των Οθωμανών στο Αιγαίο, θα περιορίσει τις πειρατικές επιδρομές τουλάχιστον για μερικούς αιώνες και μέχρι το 1774, υποβαθμίζοντας τον ρόλο των κάστρων.

Μέσα στα πλαίσια συνολικότερων ευνοϊκών παραχωρήσεων, προς τον τοπικό πληθυσμό με ενδιάμεσο την εκκλησία και τα μοναστήρια, το Πιτυός με σχετικό συμβόλαιο μετά της Νέας Μονής – υπό την ανοχή των Οθωμανών – το 1709 θα αποκτήσει το δικαίωμα να διαχειριστεί ελεύθερα και κατ’ αποκλειστικότητα ως βοσκότοπο, μια τεράστια περιοχή στο Αίπος, που φέρεται να την εξαγόρασε ως κοινότητα. Ο Κ. Σγουρός, στο έργο του «Ιστορία της Χίου» (1937) καταγράφει στα αρχεία της Μονής, μια μαρτυρία ενός τσοπάνη που λέει χαρακτηριστικά:

«….και να είχαμεν τη διαφορά με το μοναστήρι και να ευρέθεσε χοντζετία ότι όπως είχαν οι Πιτυανοί αγορασμένον τους τόπους του Χάρκου της Αχλάδας και ταις Πλακιαίς μετά πλάγια της και με τα βουνά της εσυμφωνήσαμεν ότι αυτός ο τόπος της Χάρκου της Αχλάδας να είνε εις ζωοτροφίαν των κτηνών του μοναστηρίου και των Πιτυανών και να μην ημπόρουν να το σπείρουν ούτε οι καλογέροι μοναχοί των δια τα κτήνη να καθίζουν οι μάντρες και να μη δίδει κανείς τοπιάτικα, ούτε οι καλογέροι των Πιτυανών, ούτε οι Πιτυανοί των καλογέρων, αλλά να μένει χέρσος. Όθεν εγράφη κατά το 1709 Αυγούστου 12 ημέρα Σάββατο….»

(παρατέθηκε στο Ευγενία Κουτσίδου, Φυσική Αναγέννηση Υποβαθμισμένων Οικοσυστημάτων ως Αποτέλεσμα Αποκλεισμού της Βοσκητικής Πίεσης – η Περίπτωση της Βόρειας Χίου, Διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Τμήμα Περιβάλλοντος, Μυτιλήνη 1995, σελ 38, βλέπε σύνδεσμο στην ηλεκτρονική βάση του Εθνικού Ιδρύματος Τεκμηρίωσης: https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/5027?lang=el#page/1/mode/2up

Σύμφωνα με τα γραφόμενα και από τον Ζολώτα, η εποχή του 18ου αιώνα είναι αυτή κατά την οποία το Πιτυός θα αποκτήσει έναν σχεδόν αποκλειστικά κτηνοτροφικό χαρακτήρα, καθώς είναι τότε που θα ξυλευθούν και τα τελευταία δέντρα του Αίπους και θα σταματήσει η συστηματική σπορά και η καλλιέργεια αχλαδόδεντρων μετατρέποντας το σε ένα αχανές βοσκότοπο.

Σε εκείνη την εποχή αποδίδεται και το «Σύνορο» στο Αίπος. Ο μεγαλύτερος σε μήκος ενιαίος μαντρότοιχος του οροπεδίου, που ξεκινάει από τις Μπαμπακιές στα όρια με τον βοσκότοπο του Ανάβατου και φτάνει μετά από μερικά χιλιόμετρα μήκους, μέχρι και κοντά στο σημερινό «χιλιόμετρο 18» στο Φλώρι. Αποδίδεται σε καλόγερους, και πιθανόν να όριζε τα όρια μεταξύ των βοσκοτόπων που ανήκαν στην Νέα Μονή (στα ανατολικά του τοίχου) με αυτά που ανήκαν στην Μονή Μουνδών (στα δυτικά του τοίχου.

Ωστόσο σπανίζουν οι γραπτές πηγές και τα ευρήματα που θα φώτιζαν την ιστορία του Πιτυούς μέχρι το 1821. Έχουν διασωθεί μόνο ορισμένα ονόματα Πιτυανών καλογέρων που υπηρετούν στην Μονή Μουνδών και τα παραθέτει ο Χειλάς: το 1743 ο Ιωάσαφ Μαυριάνος, το 1746 ο διάκος Βασίλης – αγνώστου επωνύμου – από το Πιτυός και το 1750 ο Ιωάννης Φέκος. (Χειλάς, σελ 30)

Έχει ωστόσο σωθεί εν μέρει και το ημερολόγιο που κράταγε ο δεύτερος, ο διάκος Βασίλης από το Πιτυός το οποίο εξιστορεί ορισμένα ενδιαφέροντα γεγονότα, που δημοσιεύθηκαν στα Χιακά Ανάλεκτα, Κανελλάκη 1890. Ανάμεσα σε άλλα ο διάκος Βασίλης, περιγράφει μια καταπιεστική εκστρατεία συλλογής φόρων στο Πιτυός κατά το 1719 που για να στεφθεί με επιτυχία, οι Οθωμανοί φοροεισπράκτορες συνέλαβαν τους δημογέροντες του χωριού και βασάνισαν τους νεότερους. Επίσης αναφέρονται μερικές χρονιές ανομβρίας και ξηρασίας όπως το 1743 και το 1746, με τη δεύτερη χρονιά να καταλήγει σε ένα ξαφνικό καταστροφικό χαλάζι την άνοιξη και να καταστρέφει τις καλλιέργειες. Το 1743 μάλιστα ο Πιτυανός διάκος παρουσιάζει ένα εξωπραγματικό γεγονός που λαμβάνει χώρα και το οποίο κατά πάσα πιθανότητα παραπέμπει σε έκλειψη ηλίου:

«+ 1743 Φεβροαρείου 14 ημέρα πεύτη εφάνισαν τρις ειλιη ω ένας κατά ανατολάς ω ένας βορινά ω άλλος νοτινά κε η διω ηχαν ακτηνες οσους εκηνες οπου εχυ η κερα σελένι εβάσταξαν οραν πολυν κε εχάθισαν» (διατηρήθηκε η πρωτότυπη ορθογραφία του κειμένου)

Τα επόμενα χρόνια μέχρι την σφαγή της Χίου θα περάσουν χωρίς να έχουμε πολλά τεκμήρια για την ιστορία του χωριού, πέρα από το γεγονός της γέννησης το 1785 του Γιώργη Τσοπάνη, του κατοπινού Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη. Ο Γιώργης Τσοπάνης θα ζήσει στο χωριό μέχρι το 1784 όταν και ο πατέρας του θα τον εμπιστευτεί στον ξυλογλύπτη Βισετζή για να εργαστεί μακριά από τη Χίο. Ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα, φαίνεται πως τοποθετείται η οικοδόμηση των δύο μεγάλων εκκλησιών, του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και της γειτονικής Αγίας Παρασκευής που φέρει πινακίδα 1817. Η πρώτη εκ των δύο εκκλησιών θα αντικαταστήσει τον Άγιο Δημήτριο του πύργου ως νέα χωριοεκκλησία.

Στην ίδια περίοδο τοποθετείται και η κατασκευή των τριών ανεμόμυλων που σώζονται ακόμη μέχρι τις μέρες μας, ερειπωμένοι.

Το Πιτυός στη σφαγή της Χίου

Ο πιο σημαντικός μάρτυρας του ρόλου του χωριού στη σφαγή της Χίου, είναι ο ίδιος ο εμπνευστής και εκτελεστής της, ο διοικητής των Οθωμανικών δυνάμεων, Βαχίτ Πασάς (Mehmed Emin Vahid Paşa). Ο φανατικός και θρησκόληπτος μυστικιστής αλεβίτης που άνηκε στο αιρετικό τάγμα των δερβίσηδων «νουσρεγί», διορίστηκε διοικητής της Χίου με το ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης έχοντας κακή φήμη, ακόμη και ανάμεσα στους Οθωμανούς διοικητές. Γράφει χαρακτηριστικά το 1824 στα απομνημονεύματα του, με τον εύγλωττο πρωτότυπο τίτλο στα Τουρκικά, «Ιστορία των γεγονότων της τιμωρίας της Χίου», πως αφού τελείωσαν με την εκκαθάριση της εξέγερσης των Χιωτών στα πεδινά, στράφηκαν στα ορεινά χωριά:

«… Κάποιο μοναστήρι σ’ αυτά τα χωριά, το οποίο είχε ανυψώσει την Οθωμανική σημαία, κέρδισε τη συγχώρεση και την προστασία. Στη συνέχεια, οι στρατιώτες μας κατευθύνθηκαν προς το χωριό Πιτυός, το οποίο ακουγόταν για τους πιο ξακουστούς επαναστάτες του. Αυτά λοιπόν τα χωριά δεν υποτάχθηκαν, παρά μόνον ύστερα από αιματηρή μάχη, στην οποία φονεύθηκαν βέβαια αρκετοί από τους δικούς μας, από εκείνους όμως δεν έμεινε ίχνος ζωής ούτε περιουσίας και τα ίδια τους τα σπίτια και τα καλύβια τους ακόμη κάηκαν ολοκληρωτικά, αφού οι κάτοικοι τους αποκεφαλίστηκαν» (βλέπε: Τα Συμβάντα στη Χίο το 1822 , Από το Χέρι του Βαχίτ Πασά, εκδ. ΑΛΦΑ ΠΙ, Χίος 2012, σελ 85)

Δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο οι Πιτυανοί είχαν συμμετέχει στην εξέγερση και θεωρήθηκαν «ξακουστοί επαναστάτες». Ούτε γνωρίζουμε πόσοι ακριβώς σκοτώθηκαν και πόσοι διασώθηκαν έχοντας διαφύγει νωρίτερα. Γνωρίζουμε όμως ποιες ήταν οι απώλειες των Οθωμανών. Σύμφωνα με τον Ι. Χανιώτη στο «Η Χίος το 1822», η αποδελτίωση των Αγγλικών και Γαλλικών εφημερίδων της εποχής δίνει, 2.286 νεκρούς Οθωμανούς στρατιώτες, στην ανατίναξη της ναυαρχίδας του Καρά Αλή, στον Άγιο Μηνά 50 νεκρούς, στη μάχη της Νέας Μονής 100 νεκρούς και στη μάχη του Πιτυούς 200 νεκρούς Οθωμανούς στρατιώτες. (Χειλάς, σελ 28)

Ο Ι. Γιούργαλης στο βιβλίο του «Η Πισπιλούντα της Χίου», καταγράφοντας μαρτυρίες από διασωθέντες του Πιτυούς που κατέφυγαν προσωρινά προς την Πισπιλούντα, αναφέρει ότι στον Πύργο του Πιτυούς είχαν ταμπουρωθεί και έπεσαν μέχρις ενός, έως και 150 Πιτυανοί. (ο.π.π.). Την αφήγηση ενός εβραίου στρατιώτη που πολέμησε στο πλευρό των Οθωμανών καταγράφει ο Βλαχογιάννης Τ.Α. στο «Χιακό Αρχείο» σελ, 307, ο οποίος επιβεβαιώνει τη μάχη στο Πιτυός και τις σημαντικές απώλειες των Οθωμανών. (ο.π.π.)

Στο Πιτυός φαίνεται πως από όσους δεν έφυγαν εγκαίρως, είτε σκοτώθηκαν όλοι αν επρόκειτο για ενήλικες, όπως οι Ιερομάρτυρες Διάκος Γεώργιος Ψυρικούλης και Παπά Κανάρης. Είτε πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Μικράς Ασίας αν επρόκειτο για παιδιά, όπως τα δύο μικρά αδέρφια ο Γιάννης και η Κυριακή Τσιλίμο, (για αυτές τις περιπτώσεις βλέπε ξεχωριστές ενότητες), και οι αυτές που ονομάστηκαν κατοπινά, γριά Γιούλενα, γριά Καπίρενα και η γριά Ψυρικούλενα που μετά από χρόνια θα ελευθερωθούν και θα επιστρέψουν στο χωριό, όπου και θα διηγηθούν τις ιστορίες τους, που επιβίωσαν από στόμα σε στόμα. (Χειλάς σελ.29) Σε κάθε περίπτωση, η αντίσταση του Πιτυούς, είναι η μοναδική ένοπλη αντίσταση χωριού, που καταγράφεται στα συνολικά γεγονότα της σφαγής της Χίου. Κάτι που υπογραμμίζει ξανά την φυσική οχυρή θέση του χωριού που διαμόρφωσε ένα ξεχωριστό και ανυπότακτο χαρακτήρα κατοίκων, μοναδικό στη Χίο.

Μερικά χρόνια μετά τη σφαγή και αφού στο μεταξύ είχε δοθεί αμνηστία και οι Χιώτες επιστρέφουν πίσω, το 1827 κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης εκστρατείας του Φαβιέρου, το Πιτυός αριθμούσε 55 κατοίκους όπως έδειξε η απογραφή του εκστρατευτικού σώματος για το μοίρασμα τροφίμων. (Χειλάς σελ 31)

Η τελευταία περίοδος της Οθωμανικής κατοχής

Η αναθέρμανση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στο Πιτυός, λίγα χρόνια μετά την σφαγή της Χίου, υπογραμμίζεται από την επαναφορά της κτηνοτροφίας ως βασικό στοιχείο του οικισμού. Στο βιβλίο του Σγουρού «Ιστορία της Χίου» (1937) σημειώνεται πως το 1842 το σύνολο των Βορειόχωρων θα πληρώσουν ως φόρο στον Ετέμ Πασά «….κρασάδικα, προβατάδικα, χασάπικα, δικαιώματα κεριού, σκαγιών και σιμσαριέ (σσ μεσιτικά), γρόσια 35.351» (Σγουρός 1937)

Τη δεκαετία του 1850 και λίγα χρόνια μετά τον μεγάλο χιονιά και καταστροφικό παγετό του χειμώνα του 1851, η Οθωμανική διοίκηση θα κατασκευάσει τον μέχρι σήμερα σωζόμενο σε αρκετά χιλιόμετρα μήκος και σχετικά καλή κατάσταση, φαρδύ καρόδρομο που συνδέει την πόλη της Χίου με την Βολισσό. Ασφαλώς η διάνοιξη του «Τουρκικού» ή «Οθωμανικού» δρόμου, όπως επικράτησε να λέγεται από τους ντόπιους, σηματοδοτεί μια ραγδαία ανάπτυξη της οικονομικής ζωής της περιοχής. Ο καρόδρομος αυτός, εξυπηρετεί φυσικά και τις ανάγκες ταχύτατης μετακίνησης στρατιωτικών δυνάμεων και ήρθε να αντικαταστήσει το αρχαίο μονοπάτι της Ελληνόστρατας. Σε μερικά σημεία μάλιστα είτε θα το επικαλύψει είτε θα κινηθεί παράλληλα με αυτό, όπως φαίνεται σε αρκετές τοποθεσίες, κυρίως στο δάσος μεταξύ Πιτυούς και Κατάβασης. Ο «Τουρκικός» δρόμος θα είναι η μοναδική οδός στο Πιτυός μέχρι και τη δεκαετία του 1930 όταν ο «σύγχρονος» δρόμος θα τον αντικαταστήσει, υπερκαλύπτοντάς τον με την σειρά του, ή ακολουθώντας παράλληλη πορεία με αυτόν.

Το 1863 θα φτιαχτεί στην άκρη του χωριού που διαρκώς επεκτείνονταν οικιστικά, η εκκλησία της Παναγιάς Φανερωμένης και το νέο νεκροταφείο που θα αντικαταστήσει το παλιό της Αγίας Παρασκευής. Στην απογραφή του 1866 όπως παραθέτει ο Χειλάς από το Τοπογραφία Α. Καραβά, το Πιτυός αριθμεί 66 οικογένειες ενώ μερικά χρόνια αργότερα αριθμεί 80 οικογένειες (Ν. Μουγέρη, Πατριδογραφία: η Νήσος Χίος, 1880). Αυτό σημαίνει τουλάχιστον 200 έως 300 μόνιμους κάτοικους. Ο σεισμός του 1881 που ήταν καταστροφικός για τη Νότια Χίο και για την πόλη της Χίου δεν φαίνεται να επηρεάζει το Πιτυός ιδιαίτερα.

Την δεκαετία αυτή φαίνεται πως χτίζονται και τα παρελκόμενα νοτίως, προς την Παναγιά Φανερωμένη κτίρια, ως βοηθητικοί χώροι, στάβλοι κλπ Λίγο μετά, αρχίζει να εμφανίζεται και ένα πρώτο κύμα μεταναστών που φεύγουν από το χωριό αναζητώντας μια καλύτερη τύχη αλλού. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τους Πιτυανούς που θα εκμεταλλευτούν τις καλές διασυνδέσεις της τοπικής εκκλησίας με το Φανάρι και θα φύγουν για την Κωνσταντινούπολη αφού χειροτονηθούν ιερείς (βλέπε σχετικά σε ξεχωριστή ενότητα).